Η γιορτή του Πατέρα

 

Σήμερα λέει, είναι η γιορτή του Πατέρα. Ο δικός μου ο πατέρας, ποτέ του δεν γιόρτασε τέτοια μέρα. Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ

 Αλλά σάμπως γιόρτασε άλλες μέρες; Δεν ξέρω το λόγο, αλλά αισθάνθηκα την ανάγκη να δημοσιοποιήσω ένα κείμενο που έγραψα γι αυτόν, την ημέρα που πέθανε. Ίσως, αυτή η ανάγκη μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάγκη μου να του ζητήσω συγνώμη.

Ο άντρας που νικούσε τα βουνά.
Η περηφάνια ήταν το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Ίσως και ο εγωισμός, αφού δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Λίγο ο χαρακτήρας του, λίγο τα πέτρινα χρόνια που έκαναν και τον ίδιο, σκληρό σαν τις σιδερόπετρες της γενέτειράς του και λίγο η δουλειά του που σφυρηλατούσε καθημερινά τη σκληρότητα της ψυχοσωματικής σύνθεσής του, όλα αυτά μαζί έφτιαξαν έναν άνθρωπο αλύγιστο σαν ατσάλι.
Σε όλη τη ζωή του πάλευε δυο ανήμερα θεριά. Το ένα ήταν η μπουλντόζα και το άλλο η άγρια φύση της Κρήτης. Με το πρώτο έπρεπε να υποτάξει το δεύτερο. Να ισοπεδώσει βουνά για ν΄ ανοίξει δρόμους. Να εξαφανίσει χαράδρες, να μετακινήσει βράχους, να κάνει τους γκρεμούς καρποφόρα γη. Δεν θυμόταν ούτε μια μέρα της ζωής του χωρίς τη μπουλντόζα να είναι ένα με το κορμί του. Παιδικά χρόνια δεν υπήρξαν για τον Στρατομανώλη. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που γεννιούνται μεγάλοι. Με ρόζους στα δάχτυλα, με βαθιές ρυτίδες στο κούτελο. Από τους ανθρώπους που η μοίρα τους , τους έχει αφαιρέσει κάθε δικαίωμα στην παιδική ανεμελιά. Κάθε δικαίωμα στην παιδική ανευθυνότητα. Η μπουλντόζα υπήρξε ο πραγματικός αχώριστος σύντροφός του. Μέρα και νύχτα μαζί. Την ημέρα εργαλείο στα χέρια του. Εργαλείο καταστροφής και δημιουργίας. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Αν δεν καταστρέψεις την ακεραιότητα ενός βουνού, δεν μπορείς ν΄ ανοίξεις δρόμο πάνω του. 
Αν δεν καταστρέψεις την άγρια ομορφιά του γκρεμού, δεν μπορείς να τον μετατρέψεις σε εύφορο χωράφι. Την είχε μάθει τη μπουλντόζα όπως ήξερε την παλάμη του χεριού του. Όλα τα χούγια της ήταν κτήμα του. Όλες οι ιδιοτροπίες της εύκολα αντιμετωπίσιμες. Και η τελευταία βίδα είχε περάσει πολλές φορές από τα χέρια του. Γνώριζε που ακριβώς ήταν τα ευαίσθητα σημεία της όπως γνώριζε επακριβώς και τις δυνατότητές της. Δεν της ζητούσε τίποτα παραπάνω από αυτά που μπορούσε να του δώσει. Κι αυτή του τα έδινε όλα. Μικρός που ήμουνα με έπαιρνε κάποιες φορές μαζί του, όταν δούλευε κοντά στο Ηράκλειο. Με ανέβαζε στην μπουλντόζα δίπλα του. Όλες αυτές τις φορές δεν θυμάμαι να μου μίλησε όσο καθόμουν σιμά του στη θέση του χειριστή. Τον θυμάμαι, όμως, να μιλά στη μπουλντόζα. Πότε ψιθυριστά, και αγαπησιάρικα, πότε αυστηρά και πότε, έτσι κουβέντα να γίνεται. Το μούγκρισμα της μηχανής ήταν, μάλλον, η απόκρισή της στα λόγια του. Αυτός ήξερε τι ήθελε η μπουλντόζα να του πει. Εγώ απλά χανόμουν μέσα στα μουγκρίσματα, στα φοβερά ταρακουνήματα και στα σύννεφα της σκόνης.
Ήταν το δικό μου ταξίδι μέσα σε μια ψευδαίσθηση που με ανέβαζε στα ουράνια. Το παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να χωρέσει αυτό που έβλεπα. Ένας άνθρωπος και μια μπουλντόζα να κάνουν πόλεμο με ένα βουνό. Το βουνό να αντιστέκεται και οι «εχθροί» να επιμένουν, πόντο-πόντο να το λιγαίνουν. Να φτάνουν στα σωθικά του, να το χωρίζουν στα δυο για να γίνει μετά η μαχαιριά δρόμος. Νόμιζα ότι καθώς το βουνό πληγωνόταν θα ξεπηδούσαν από τα μέσα του δράκοι για να εκδικηθούν. Και σαν δεν έβλεπα κανένα δράκο, πίστευα ότι ακόμη και οι δράκοι τρέμουν τον Στρατομανώλη και τη μπουλντόζα του. Το σούρουπο, σαν τελείωνε η μάχη, η σχέση του ανθρώπου και της μηχανής περνούσε σε μια άλλη διάσταση. Ερωτική διάσταση. Ο άντρας έβγαλε το κεφαλομάντηλό του από το κεφάλι και αυτό σήμαινε το τέλος της αντάρας, τουλάχιστο γι΄ αυτή τη μέρα και την έναρξη μιας ανακωχής με το βουνό που θα διαρκούσε μέχρι το ξημέρωμα. Ήταν ο απαραίτητος χρόνος για να ξαποστάσουν άνθρωπος και μηχανή για να συνειδητοποιήσει τη μοίρα του το βουνό. Το κεφαλομάντηλο ήταν η απόδειξη των όσων είχαν συμβεί στη διάρκεια της μάχης. Πάνω στο πανί και ανάμεσα στις ίνες του τα τεκμήρια. Ο ιδρώτας του ανθρώπου, το καυσαέριο της μηχανής και το χώμα του βουνού. Τα αποτυπώματα των τριών θηρίων. Ο Στρατομανώλης δεν απομακρυνόταν ούτε λεπτό από τη μπουλντόζα. Πάνω της ακουμπούσε όταν έτρωγε και πάνω της ακουμπούσε όταν κοιμόταν. Κάποτε τον ρώτησα γιατί το ?κανε αυτό μου απάντησε ότι αυτές ήταν οι εντολές της υπηρεσίας. Του είχαν, λέει, χρεωμένη τη μπουλντόζα και ήταν υπεύθυνος μη πάθει τίποτα. Γι? αυτό την πρόσεχε. Δεν τον πίστεψα. Έβλεπα ότι δεν πρόσεχε απλώς το μηχανικό θηρίο, το αγαπούσε. Και πώς να μην το αγαπήσει αφού ολόκληρη ζωή αυτό το θηρίο αποτελούσε και τη συντροφιά του και το ψωμί της οικογένειάς του.
Μπορούσε να παλεύει επί μήνες με ένα βουνό. Έξι μέρες τη βδομάδα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, ολομόναχοι αυτός και το μηχάνημα παρατημένοι στο έλεος και της φύσης. Έτσι, δεν μπορούσε παρά να λατρέψει το μηχάνημα, όσο λάτρευε το Θεό και τη φύση. Θα? είναι δύσκολο πράγμα να μην έχεις, επί μία ολόκληρη βδομάδα, έναν άνθρωπο κοντά σου για ν? ανταλλάξεις μια κουβέντα. Η δυσκολία φαίνεται να λιγοστεύει σαν καταφέρεις να δημιουργήσεις έναν κώδικα επικοινωνίας με το άψυχο μηχάνημα, οπότε παύει να είναι άψυχο. Τουλάχιστο στα δικά σου μάτια. Αυτή η αφόρητη μοναξιά τον έκανε εξαιρετικά λιγομίλητο. Στους ανθρώπους μιλούσε μόνο σαν είχε κάτι να πει. Περιττή κουβέντα ποτέ δεν βγήκε από το στόμα του. Ακόμα και στη γυναίκα του την κυρά-Βαγγελιώ και στα τρία παιδιά του έλεγε τα απολύτως αναγκαία. Τη χαρά του την εξέφραζε με ένα χαμόγελο και τον θυμό του με ένα βλέμμα. Τα λόγια ήταν περιττά. 
Δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να έπαιξε με τα παιδιά του παλιμπαιδίζοντας σαν τους άλλους πατεράδες. «Τα κοπέλια σου πρέπει να τ? αγαπάς μα να μη το κατέχουνε» είναι μια φράση του που θα θυμάμαι όσο ζω. Αγαπούσε τα παιδιά του αλλά με τον καταδικό του τρόπο. Μια ζωή θυσιάστηκε γι? αυτά αλλά και μια ζωή αγωνιζόταν να μην καταλάβουν τα παιδιά του πόσο τ? αγαπούσε. Είχε τη δική του φιλοσοφία και αυτή έγινε τρόπος ζωής δίπλα στη μπουλντόζα. Σ? αυτήν δεν είχε πρόβλημα να δείξει πόσο την αγαπούσε. Αυτοκίνητο δεν απέκτησε ποτέ, παρότι η οικονομική του κατάσταση θα μπορούσε να του το επέτρεπε. Στα πρώτα χρόνια είχε ποδήλατο. Μ? αυτό πηγαινοερχόταν κάθε Σαββατοκύριακο στην οικογένειά του και στη δουλειά του. Σάββατο απόγευμα αποχαιρετούσε τη μπουλντόζα και αργά τη νύχτα έφτανε στο σπίτι του. Πολλά τα χιλιόμετρα και ήθελαν ώρες πολλές για να καλυφθούν με ένα ποδήλατο. Και αυτό χειμώνα-καλοκαίρι, και με δρόμους που την εποχή εκείνη μάλλον, σε πρωτόγονη κατάσταση βρισκόντουσαν. Πολλά χρόνια μετά αγόρασε μοτοσακό και αυτομάτως απέκτησε και δεύτερη σύντροφο δίπλα στη μπουλντόζα. Έξι μέρες τη βδομάδα κατάθετε την ψυχή του στις ερπύστριες της μπουλντόζας και την Κυριακή αφιερωνόταν στο μοτοσακό του. Αυτό ήταν η μοναδική γέφυρα, που συνέδεε τη μπουλντόζα με την οικογένειά του. Μπορεί να ακούγεται απίστευτο αλλά με το μηχανάκι του ξεκινούσε απόγευμα Σαββάτου από την Άρβη για να πάει στο Ηράκλειο. Και από το Ηράκλειο αξημέρωτα τη Δευτέρα ξεκινούσε για να βρίσκεται πρωί-πρωί στην Άρβη. Αυτό κράτησε μήνες πολλούς και εποχές πολλές. Ο κίνδυνος ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς του. Δεν είναι δυνατόν να πολεμάς τα θηρία της φύσης και αυτά να μην αντιδράσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γλύτωσε κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια, όταν η μπουλντόζα ξέφευγε από σταθερά εδάφη και βρισκότανε σε γκρεμούς. Ούτε και λίγες ήταν οι φορές που το μοτοσακό-που σχεδόν πάντα ήταν φορτωμένο-βρέθηκε εκτός πορείας και εντός σοβαρού κινδύνου. Ποτέ δεν έβγαλε λέξη από το στόμα του γι? αυτούς τους κινδύνους. Ούτε και μίλησε ποτέ για τις δυσκολίες της δουλειάς του. Ίσως κάποια πράγματα ανέφερε στη γυναίκα του, αλλά είμαι βέβαιος ότι την εξόρκιζε να μη μιλήσει στα παιδιά. Κάποια τέτοια περιστατικά έμαθα πολλά χρόνια μετά, από συναδέλφους του, οι οποίοι έπιναν νερό στ? όνομά του. Ήταν και αυτό απόδειξη της περηφάνιας και του εγωισμού του. Μια περηφάνια και ένας εγωισμός που ξέφευγε από τα όρια του κατανοητού. Όταν ήταν νέος και ζούσε στις Γκαγκάλες, στο σπίτι του εμφανίστηκε ένας απρόσμενος μουσαφίρης. Φαγητό υπήρχε για να φάει ο ξένος, κρασί και ρακί δεν υπήρχε, για τον λόγο ότι η οικογένεια δεν έπινε. Πετάχτηκε στο διπλανό σπίτι ο Στρατομανώλης και ζήτησε κρασί και τσικουδιά. Να τα αγοράσει ζήτησε. Με διάφορες προφάσεις δεν του έδωσαν. Πήγε και ξύπνησε το μπακάλη του χωριού και έλυσε το πρόβλημα. 
Ωστόσο προσβλήθηκε. Θίχτηκε ο εγωισμός του. Και τη βραδιά εκείνη έθεσε στόχο της ζωής του να αποκτήσει δικά του αμπέλια και να ?χει το σπίτι του συνέχεια γεμάτο με κρασί και ρακί.
Το κατάφερε. Φύτεψε αμπέλια, ξόδεψε μια ολόκληρη περιουσία, έφτιαξε πατητήρι, έβγαζε βαρέλια κρασί και νταμιτζάνες ρακί και όλο το προϊόν το μοίραζε αφού εξακολουθούσε να μην είναι λάτρης της οινοποσίας. Εκείνο το θίξιμο του εγωισμού των νεανικών χρόνων του κόστισε τόσα χρήματα όσα θα του εξασφάλιζαν την αγορά χιλιάδων τόνων κρασιού και μάλιστα αρίστης ποιότητας, χώρια που δεν θα ήταν αναγκασμένος να ξημεροβραδιάζεται στην καλλιέργεια του αμπελιού, για να παράγει κρασί και τσικουδιά που ο ίδιος δεν κατανάλωνε.
Όταν φύτεψε το αμπέλι χρειάστηκε νερό για να το ποτίζει. Παραδίπλα στο φαράγγι ένας συγχωριανός είχε μια γεώτρηση που έβγαζε αρκετό νερό. Πήγε και τον βρήκε και του ζήτησε νερό επί πληρωμής. Ο συγχωριανός αρνήθηκε, επικαλούμενος αυξημένες ανάγκες των δικών του καλλιεργειών. Για άλλη μια φορά ετρώθη το φιλότιμο του Στρατομανώλη. Νέος στόχος της ζωής η εξασφάλιση δικού του νερού. Άρχισε να ανοίγει πηγάδια, αλλά το νερό δεν βρισκόταν. Και όσο δεν βρισκόταν νερό, τόσο το πείσμα μεγάλωνε. Αποφάσισε να ανοίξει γεώτρηση. Να ξοδέψει εκατομμύρια δραχμές για να ποτίζει ένα αμπέλι. Τελικά έκανε τη γεώτρηση και βρήκε το πολυπόθητο νερό. Μόνο τότε επουλώθηκε η πληγή που επί χρόνια υπήρχε στον εγωισμό του. Φυσικά, με τα χρήματα που διέθεσε για την γεώτρηση, κάλλιστα θα μπορούσε να ποτίζει όχι ένα αλλά δέκα αμπέλια με εμφιαλωμένο νερό επί εκατό χρόνια. Όμως ο εγωισμός δεν υπόκειται στους κανόνες της λογικής. Το πιθανότερο είναι ο εγωισμός να εξουδετερώνει απολύτως τη λογική. Ιδιαίτερα στην Κρήτη, την πατρίδα της κουζουλάδας. Σπίτι δικό στο Ηράκλειο δεν απέκτησε ποτέ ο Στρατομανώλης. Αν το ήθελε θα το αποκτούσε. Όμως δεν το ήθελε. Θεωρούσε το χωριό του μοναδική πατρίδα του και εκεί ήθελε να καταλήξει. Στο Ηράκλειο αισθανόταν κάτι σαν οικονομικός μετανάστης. Δεν τον χωρούσε η πόλη. Των πολυλογάδων κατοίκων, του δήθεν, του κιτς και των ψευδαισθήσεων. Δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα του. Μετά τη συνταξιοδότησή του έμενε σε νοικιασμένο σπίτι στα Καμίνια. Όλη μέρα ήταν αυτοέγκλειστος με κλειστά τα παντζούρια. Περίμενε να ?ρθει το Σάββατο για να πάει στο χωριό, να ξανανιώσει άνθρωπος. Να ξαναβάλει τα στιβάνια του, να δέσει στο κεφάλι το κεφαλομάντηλο να καβαλήσει το μηχανάκι και να βρεθεί στο Φαράγγι, στις Πλάκαινες, στο Καρφί. Να γίνει ένα με το χώμα. Να ξανακούσει το νερό της γεώτρησης να χύνεται στη στέρνα. Να ποτίσει και πάλι με τον ιδρώτα του τις κουρμούλες του αμπελιού. Να πιάσει το σκαπέτι και να μη το αφήσει από τα χέρια του παρά μόνο όταν θα τον εγκατέλειπε και η τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του. Ευτυχισμένος στη μοναξιά του με μοναδική συντροφιά το χώμα.
Ότι είναι πάνω σ? αυτό και ότι υπάρχει κάτω από αυτό. Με τον τρόπο του προσπαθούσε να σύρει στο χωριό και την οικογένειά του. Σπίτι στο Ηράκλειο δεν απέκτησε, σπίτι όμως, στις Γκαγκάλες με εννέα δωμάτια έφτιαξε! Τρία δωμάτια για το κάθε κοπέλι, έλεγε και ξανάλεγε, προφανώς για πάρουν το μήνυμα τα τρία κοπέλια του, ο Μιχάλης, ο Γιάννης και ο Βασίλης. Τα κοπέλια όμως δεν ήθελαν να πάρουν τέτοιο μήνυμα. Οι μεγαλουπόλεις μια χαρά ήταν γι? αυτούς. Το σπίτι στο χωριό βρισκόταν υπό διαρκή επισκευή. Με το που επισκευαζόταν και βαφόταν το ένα δωμάτιο, έμπαζε υγρασία το άλλο. Και μέχρι να φτιαχτεί αυτό, κάτι νέο ζήταγε το τρίτο. Ο Στρατομανώλης εκεί. Έφτιαχνε το σπίτι ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή τα κοπέλια του θα έβαζαν μυαλό. Αμ δε.
Τουλάχιστο ας σιγούρευε, τη δική του επιστροφή, σκέφτηκε, και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Έφτιαξε τον τάφο του στο νεκροταφείο του χωριού! Δεκαετίες πριν πεθάνει και όταν ούτε συννεφάκι δεν υπήρχε στον ορίζοντα της ζωής του, κάλεσε μαρμαράδες, έκανε σχέδια και ίσως ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να μη διέθετε ιδιόκτητη κατοικία, διέθετε όμως ιδιόκτητη τελευταία κατοικία!
Πολλές περίοδοι της ζωής του αποτελούσαν-και εξακολουθούν αποτελούν- επτασφράγιστο βιβλίο. Δεν μιλούσε ποτέ γι? αυτές. Όχι ότι ήθελε να τις ξεχάσει, απλώς δεν τις θεωρούσε άξιες λόγου. Μια από αυτές τις περιόδους είναι η γερμανική κατοχή στην Κρήτη. Ούτε συλλαβή δεν είχα ακούσει ποτέ από τα χείλη του γι? αυτή την περίοδο. Εντελώς τυχαία έμαθα. Ήταν όταν επρόκειτο να βγει στη σύνταξη και χρειαζόταν ένα πιστοποιητικό στρατολογίας. Πήγα και το έβγαλα. Εκεί, στις διάφορες μεταβολές διάβασα για τραυματισμούς του στην πρώτη γραμμή και για νοσηλείες του σε στρατιωτικά νοσοκομεία. Τον ρώτησα τι σήμαιναν όλα αυτά. «Τίποτα» μου απάντησε. «Το ξέρεις, ότι θα μπορούσες να έχεις πάρει αναπηρική σύνταξη με όλους αυτούς τους τραυματισμούς στον πόλεμο;» τον ρώτησα. Αντί άλλης απάντησης άρχισε να μου λέει ιστορίες για κάποιον «Στραβόγιαννο» με τον οποίο πολεμούσαν στο ίδιο χαράκωμα και ο οποίος σκοτώθηκε. Για τον Στρατομανώλη οι τραυματισμοί του στον πόλεμο δεν ήταν τίποτα μπροστά στο θάνατο του «Στραβόγιαννου». Και αφού δεν ήταν τίποτα, περίσσευε η κάθε συζήτηση περί αυτών. Μεγαλείο ψυχής ή αποθέωση της κρητικής κουζουλάδας; Λίγο καιρό μετά από εκείνη την κουβέντα μας σ? ένα μπαούλο στις Γκαγκάλες, όπου η κυρά Βαγγελιώ φύλαγε τα προικιά της, ανακάλυψα ένα κιτρινισμένο χαρτί. Εντύπωση μου έκανε ότι ήταν καλλιγραφημένο στην αγγλική γλώσσα το όνομα του Στρατομανώλη κάτω από έναν τυπωμένο περίτεχνο θυρεό της Μεγάλης Βρετανίας. Βάλθηκα να διαβάζω και όσο διάβαζα, τόσο μπερδευόντουσαν εντός μου έντονα συναισθήματα. Από τη μια έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να στέκει καλά.
Από την άλλη αισθανόμουν το στήθος μου να φουσκώνει από την περηφάνια. Έγραφε το χαρτί τούτα ακριβώς:
«Το παρόν πιστοποιητικό απονεμήθηκε στον ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΡΑΤΑΚΗ εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης και τιμής για παροχή βοήθειας στους Ναυτικούς Στρατιώτες και Αεροπόρους της Βρετανικής ΄Ενωσης Εθνών, που έδωσε δυνατότητα σ? αυτούς να δραπετεύσουν ή να αποφύγουν αιχμαλωσία από τον εχθρό. 1939-1945. Υπογραφή: ο Στρατάρχης, ο Ανώτατος Διοικητής Μεσόγειο Θέατρο(Γεωγραφική Περιοχή Διεξαγωγής Πολεμικών Επιχειρήσεων)».
Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το χαρτί, κοίταζα τις βούλες και τις υπογραφές, αλλά στα μάτια μου δεν πίστευα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνες τις στιγμές σκέφτηκα τους χιλιάδες συνταξιούχους δήθεν θύματα πολέμου, τους μυριάδες δήθεν αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και γενικά τους αμέτρητους εκμεταλλευτές των λαϊκών εθνικών αγώνων. Αυτούς σκεφτόμουνα κρατώντας στα χέρια μου ένα κιτρινισμένο χαρτί που αποδείκνυε ότι υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις. Υπάρχουν και πραγματικοί αγωνιστές που από τη στιγμή που ο «Στραβόγιαννος» έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα, οι ίδιοι δεν δικαιούνται να υπερηφανεύονται για οτιδήποτε, αφού κατάφεραν και βγήκαν ζωντανοί από τη φωτιά του πολέμου.
-Τι είναι αυτό πάλι; ρώτησα τον Στρατομανώλη δείχνοντάς του το χαρτί. Το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε καλά-καλά, προφανώς δεν πολυκατάλαβε και το περιεχόμενό του, αφού ήταν γραμμένο στα αγγλικά και μου το ?δωσε πίσω. 
-Αμα το θές, πάρ? το, μου ?πε χωρίς άλλη κουβέντα. Άναψε τσιγάρο και άρχισε να μου μιλά για τα σχέδιά του να πάει ηλεκτρικό ρεύμα στο Φαράγγι για να δουλεύει μ? αυτό η γεώτρηση και να μην είναι υποχρεωμένος να πληρώνει πετρέλαιο για τη γεννήτρια. Όση ώρα μου ?λεγε τα σχέδιά του τον κοίταζα καλά ?καλά προσπαθώντας να βεβαιωθώ ότι στέκει καλά στα μυαλά του. Έλεγα μέσα μου, αν αυτό χαρτί αφορούσε εμένα τι θα έκανα; Σαφώς θα το εκμεταλλευόμουν. Θα διεκδικούσα όσα αυτό το χαρτί σήμαινε από κάθε άποψη. Το ίδιο θα έκανε ο κάθε λογικός άνθρωπος. Ετούτος εδώ ζει στον κόσμο του. Ή δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό το χαρτί, οπότε δεν στέκει καλά, η καταλαβαίνει και δεν το εκμεταλλεύεται, οπότε πάλι δεν στέκει καλά. Φαίνεται ότι από το ύφος μου κατάλαβε τι σκεφτόμουν. Δεν μου είπε τίποτα. Απλώς χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελό του μ? έκανε να ντραπώ γι? αυτά που σκεφτόμουν. Συνειδητοποίησα ότι πράγματι ο Στρατομανώλης δεν έστεκε καλά. Απλώς έστεκε πάρα πολύ ψηλότερα από κει που μπορούσε να φτάσει το δικό του μάτι και η δική μου λογική.
Αυτό τον υπέροχο άντρα τον δίμετρο με τα στιβάνια και το κεφαλομάντηλο ήρθε να σκοτώσει η ίδια η περηφάνια του. Παρουσίασε ξαφνικά υπέρταση με όλες τις συνέπειές της. 
Ο γιατρός του συνέστησε να παίρνει καθημερινά υπερτασικό χάπι, πλην όμως το χάπι προκαλούσε συχνουρία. Ο Στρατομανώλης ντρεπότανε να πηγαίνει κάθε τρεις και λίγο στην τουαλέτα και για τούτο αποφάσισε να κόψει τα χάπια. Το εγκεφαλικό τον βρήκε ξημερώματα στο αγαπημένο μέρος του, στο Φαράγγι. Φτάνοντας εκεί με το μηχανάκι του διαπίστωσε ότι κάποια κουνέλια του ήταν ατάιστα. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και αυτό ήταν όλο. Αστροπελέκι έπεσε πάνω στο κυπαρίσσι και το σώριασε καταγής. Τον βρήκε πεσμένο λίγο αργότερα διερχόμενος συγχωριανός και σε λίγες ώρες είχε μεταφερθεί στο Βενιζέλειο νοσοκομείο. Καμία επαφή με το περιβάλλον. Χειρουργήθηκε στο κεφάλι τη μεθεπομένη για αφαίρεση εκτεταμένου αιματώματος. Δεν ξαναμίλησε. Ο άνθρωπος που ελάχιστα μιλούσε, πλέον καθόλου δεν μιλούσε. Το εγκεφαλικό ήταν βαρύτατο και εκτός από την ομιλία του, του σακάτεψε και το μισό κορμί του. Όμως το μυαλό του δούλευε. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι, με μοναδική πηγή ζωής της κυρά Βαγγελιώ.
Πολλές φορές κοίταζα τα μάτια του την ώρα που σκεφτόταν. Μ? άρεσε να τα κοιτάζω γιατί έβλεπα διάφορες εικόνες σ? αυτά. Ή ήθελα να τις βλέπω και νόμιζα πως τις έβλεπα.
Έβλεπα μια τεράστια κίτρινη μπουλντόζα να ορμά εναντίον ενός βουνού και πάνω στη μπουλντόζα ήμουν σίγουρος ότι έβλεπα τον Στρατομανώλη με το κεφαλομάντηλο και τα μαύρα στιβάνια. Έβλεπα πότε ένα ποδήλατο και πότε ένα μηχανάκι φορτωμένα με φρούτα. Τον έβλεπα να καρφώνει με τεράστια δύναμη το σκαπέτι στα σωθικά της γης στο Φαράγγι. Τον είδα πολλές φορές μ? ένα χαμόγελο να λέει τις πιο σοφές κουβέντες που δεν μπορούν οι λέξεις να αποδώσουν. Τον έβλεπα να κρατά αγκαλιά την κυρά Βαγγελιώ και νομίζω πως μια φορά η εικόνα του μέσα στα μάτια του μιλούσε στη γυναίκα του και της έλεγε, «Σε κούρασα γυναίκα. Σου στέρησα χαρές και διασκεδάσεις. Σε πίκρανα. Δεν το ?κανα επί τούτου. Με έχεις μάθει πια. Ξέρεις πως εγώ μόνο μ? αυτό τον τρόπο ξέρω ν? αγαπώ. Συγχώρα με που δεν μπορώ ν? αγαπήσω αλλιώς.
Ο Στρατομανώλης γεννήθηκε για να δίνει. Ποτέ και από κανένα δεν πήρε το παραμικρό. Η υπερηφάνεια του, το φιλότιμό του και ο εγωισμός του δεν του επέτρεπαν ν? απλώσει το χέρι για να ζητήσει και να πάρει. Ακόμα και τις φορές που δεν είχε τίποτε άλλο να δώσει, όλο και κάτι έβρισκε και χάριζε. 

Σαν κάποτε στις Γκαγκάλες που τον επισκεφθήκαμε με τη σύζυγό μου τη Μαρία για να δούμε τι κάνει. Ήταν κλινήρης, σακατεμένος από το εγκεφαλικό, αλλά εκείνα τα μάτια του μας είπαν τόσα πολλά. Εκείνα τα μάτια πρόσεξαν ότι στο χέρι της γυναίκας μου δεν υπήρχε βέρα. Η αντίδρασή του ήταν απρόσμενη όπως και όλες οι αντιδράσεις του άλλωστε. Έβγαλε από το δάχτυλό του τη βέρα και την πέρασε στο δάχτυλο της γυναίκας μου. Είχε να τη βγάλει από το χέρι του πενήντα ολόκληρα χρόνια. 
Σήμερα έχουμε 25 του Ιούλη. Σε πέντε μέρες πρέπει να πάω στα κοιμητήρια γιατί συμπληρώνονται εννέα χρόνια από το θάνατό του. Έχω να του πω πολλά και θέλω να με συμβουλεύσει για πολλά. Είμαι βέβαιος ότι έτσι θα γίνει. Γιατί αυτός ο άνθρωπος έλεγε πολλά με τη σιωπή του. Και εκεί που βρίσκεται υπάρχει σιωπή. Τον ξέρω καλά αυτόν τον άνθρωπο. «Σωπαίνεις πατέρα, μα εγώ σ? ακούω?»

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες

Συνεχίζοντας την περιήγησή σας συμφωνείτε με την χρήση των cookies Περισσότερα

Κατάλαβα!

Τι είναι τα cookies;

Τα cookies είναι μικρά αρχεία κειμένου που αποθηκεύονται στον υπολογιστή σας όταν επισκέπτεστε ορισμένες ιστοσελίδες. Μας βοηθούν να βελτιώσουμε την ιστοσελίδα μας και να παρέχουμε μια καλύτερη και πιο εξατομικευμένη εξυπηρέτηση. Μας δίνουν τη δυνατότητα να κάνουμε εκτίμηση για το target group μας και τον τρόπο χρήσης που κάνει, για την αποθήκευση πληροφοριών σχετικά με τις προτιμήσεις του κοινού αυτού (και έτσι μας επιτρέπει να διαμορφώνουμε την ιστοσελίδα μας σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά του), να επιταχύνει τις αναζητήσεις και να αναγνωρίζουμε κάποιον όταν επιστρέφει στην ιστοσελίδα μας . Παρακαλούμε σημειώστε ότι τα cookies, δε μπορούν να βλάψουν τον υπολογιστή σας. Δεν αποθηκεύουν προσωπικές πληροφορίες, όπως για παράδειγμα στοιχεία πιστωτικών καρτών, αλλά χρησιμοποιούν κρυπτογραφημένες πληροφορίες για να βοηθήσουν στη βελτίωση της πλοήγησης στο site. Σας δίνουμε αυτές τις πληροφορίες, βάσει της πρόσφατης νομοθεσίας και σας βεβαιώνουμε ότι είμαστε ειλικρινείς και σαφείς αναφορικά με την προστασία των προσωπικών σας δεδομένων, όταν χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα μας.

H πολιτική των Cookies

Για να κάνετε πλήρη χρήση των στοιχείων στην ιστοσελίδα μας, ο υπολογιστής σας, το tablet ή το κινητό τηλέφωνο θα πρέπει να δέχεται cookies, για να μπορούμε να σας παρέχουμε μόνο ορισμένες εξατομικευμένες λειτουργίες της ιστοσελίδας με τη χρήση τους. Τα cookies δεν αποθηκεύουν πληροφορίες, όπως όνομα, διεύθυνση ή τα στοιχεία πληρωμής. Απλά κρατάνε τα στοιχεία με τα οποία κάνετε τη σύνδεση. Ωστόσο, αν επιθυμείτε να περιορίσετε, να μπλοκάρετε ή να διαγράψετε τα cookies από την ιστοσελίδα μας, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον browser σας, για να γίνει αυτό. Κάθε browser είναι διαφορετικός, οπότε επιλέξτε από το μενού την επιλογή "Βοήθεια" (ή χειροκίνητα στη συσκευή του κινητού σας τηλεφώνου) για να μάθετε πώς να αλλάζετε τις επιλογές σχετικά με τα cookies.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

 

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

26742038
10-05-2026 10:29
Copyright 2009-2025 Aiginio News | All rights reserved