Μακρινό όνειρο 
Η συμπλήρωση 30 χρόνων της «Philoxenia» αποτελεί αφορμή για προβληματισμό, τόσο για τη ΔΕΘ – Helexpo, που διοργανώνει την έκθεση, όσο και για τη Θεσσαλονίκη που τη φιλοξενεί.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος για τη διοργάνωση της Διεθνούς Τουριστικής Έκθεσης «Philoxenia», που αυτές τις μέρες βρίσκεται σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί την Κυριακή 16 Νοεμβρίου.
Μια επέτειος, που αποτελεί αφορμή για προβληματισμό, τόσο για τη ΔΕΘ – Helexpo, που διοργανώνει την έκθεση, όσο και για τη Θεσσαλονίκη που τη φιλοξενεί.
Κατ’ αρχήν επί τρεις δεκαετίες η «Philoxenia» αγωνίζεται χωρίς αποτέλεσμα να γίνει διεθνής. Παραμένει μια υπόθεση αυστηρά εσωτερική για τον εγχώριο κλάδο του τουρισμού κι αν δεν υπάρχουν γκρίνιες αυτή την περίοδο αυτό οφείλεται μόνο στο ότι η αγορά πηγαίνει καλά και κανείς δεν ασχολείται. Η παρουσία –για παράδειγμα- κάποιων μεμονωμένων Βαλκάνιων δεν συνιστά διεθνοποίηση. Από την αρχή οι διοικήσεις της ΔΕΘ είχαν βάλει ως στόχο την ανάδειξη της «Philoxenia» στο κεντρικό τουριστικό φόρουμ της Ν.Α. Ευρώπης. Το σχέδιο, όμως, δεν ευοδώθηκε ούτε καν στη δεκαετία του 1990, όταν η Ελλάδα θεωρούνταν απ’ όλους ο φυσικός ηγέτης των Βαλκανίων -ως χώρα με ελεύθερη αγορά, ανεπτυγμένες οικονομικές δομές και ταυτόχρονα πλήρως ενταγμένης στους πιο «σκληρούς» θεσμούς του δυτικού κόσμου, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Ούτε εκείνα τα φορτωμένα με προσδοκίες για τον διεθνή ρόλο της Θεσσαλονίκης χρόνια έγινε κάτι ουσιαστικό για τη «Philoxenia» και τις άλλες κλαδικές εκθέσεις της ΔΕΘ. Με δεδομένο, μάλιστα, το «ναυάγιο» του σχεδίου για την εξεύρεση ξένου στρατηγικού εταίρου, που θα στήριζε τις εκθέσεις μέσω δικτύου πελατών και τεχνογνωσίας και θα τοποθετούσε τη ΔΕΘ σε ηγετικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή ως κρίκο μιας ισχυρής αλυσίδας, η κατάσταση περιορίστηκε στα καθ’ ημάς. Κάτι που σημαίνει πως η «Philoxenia» πηγαίνει αναλόγως –και όχι ανεξαρτήτως- της εσωτερικής αγοράς ή εξαρτάται από τον εκλογικό κύκλο, αφού όσες φορές συνέπεσε με αυτοδιοικητικές εκλογές είχε πτώση, λόγω «ακυβερνησίας» δήμων, περιφερειών και –παλαιότερα- νομαρχιών.
Όσο για τη Θεσσαλονίκη παραμένει μια τουριστικά υποβαθμισμένη πόλη, με αποτέλεσμα να χάνει πολλά – τα βασικότερα «ζεστά έσοδα», απασχόληση και κοσμοπολιτισμό. Διότι μπορεί τα τελευταία χρόνια να έρχονται αρκετοί Τούρκοι, Εβραίοι, Βαλκάνιοι και Ρώσοι τουρίστες –λόγω της κινητικότητας και της εξωστρέφειας του Μπουτάρη, που η αλήθεια είναι ότι διέγραψε την αίσθηση της ξενοφοβίας που υπήρχε λόγω της υπερβολικής επιφυλακτικότητας των προηγούμενων δημοτικών διοικήσεων-, αλλά η πόλη πληρώνει πανάκριβα το γεγονός ότι επί δεκαετίες παραμένει στον τουρισμό σχεδόν αποκλειστικά εγχώριος παίκτης.
Όσο, λοιπόν, υπήρχαν συνέδρια, σεμινάρια, μεγάλες εκθέσεις, εμπορικοί αντιπρόσωποι, εκδρομές και διοργανώσεις, κόσμος και κοσμάκης ανέβαινε από την Αθήνα, την Κρήτη, τη Ρόδο ή κατέβαινε από την Αλεξανδρούπολη και την Φλώρινα. Κοιμόταν στα ξενοδοχεία, έτρωγε στα εστιατόρια, ψώνιζε στα εμπορικά καταστήματα, έπινε καφέ. Στα χρόνια της κρίσης, όμως, οι δουλειές των Ελλήνων μειώθηκαν και οι μετακινήσεις τους προς τη Θεσσαλονίκη περιορίστηκαν. Και δυστυχώς η κατάσταση δεν μπορεί να σωθεί ούτε από την αύξηση του αριθμού των κρουαζιερόπλοιων που «πιάνουν» στο λιμάνι –κάτι που οφείλεται κυρίως σε ενέργειες της ΟΛΘ ΑΕ-, αλλά ακόμη σε απόλυτο αριθμό είναι λίγα.
Η Θεσσαλονίκη –όσο κι αν δεν μας αρέσει- δεν έχει διεθνή αναγνωρισιμότητα, ενώ δεν έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε προορισμό city break, δηλαδή σε προορισμό Σαββατοκύριακου. Παρά το ότι έχει τις προϋποθέσεις του μεγέθους, της γεωγραφικής θέσης και της ιστορίας, της λείπουν πολλά. Από τη συστηματική προβολή (μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς, εκκλησίες, Όλυμπος, Μετέωρα, Βεργίνα, βήματα του Αποστόλου Παύλου, σπίτι του Κεμάλ, κουζίνα κ.λπ.) μέχρι τη βελτίωση της καθημερινής λειτουργικότητας, όπως είναι η πρόσβαση στο κέντρο και η συγκοινωνία. Από την αγορά και τα μουσεία που κλείνουν το Σαββατοκύριακο υπερβολικά πολλές για τουριστικό μέρος ώρες, μέχρι βασικές δημόσιες υποδομές, όπως είναι οι τουαλέτες. Και από την αξιοποίηση του υπέροχου θαλασσίου μετώπου των δεκάδων χιλιομέτρων, μέχρι τη συνεργασία κράτους, αυτοδιοίκησης, φορέων.
Με δύο λόγια: η Θεσσαλονίκη για να αναπτυχθεί τουριστικά θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν ολοκληρωμένο πρότζεκτ, το οποίο θα πρέπει να «τρέξει» κάποιος μάνατζερ με χρονοδιαγράμματα και στόχους. Κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ή μάλλον τα πολύ δύσκολα, αν κρίνουμε από το επίπεδο συνεργασίας των φορέων της πόλης στον Οργανισμό Τουριστικής Ανάπτυξης και Μάρκετινγκ νομού Θεσσαλονίκης, που υπάρχει, έχει διοίκηση, αλλά κανείς δεν ξέρει τι κάνει. Αν κάνει κάτι…
του Γιώργου Μητράκη
voria.gr