Σε πόσα χρόνια θα βγούμε από την κρίση; Πόσα χρόνια πέρασαν από «τότε»; Πόσα χρόνια μου μένουν;
Ο χρόνος είναι σχετικός.
Η εκτίμηση της χρονικής διάρκειας εξαρτάται από το αν είσαι άνθρωπος ή σκύλος, ελαιόδεντρο ή χελώνα.
Όταν ήμουν νεότατος, δεν υπολόγιζα το χρόνο με τον ίδιο τρόπο που τον υπολογίζω σήμερα. Όταν είσαι 16 ετών, μία δεκαετία σου φαίνεται -και είναι- μισή ζωή και κάτι. Παράλληλα, όμως, νοιώθεις πως έχεις όλο το χρόνο μπροστά σου για να κάνεις πράγματα και θαύματα.
Τότε η πρωτοχρονιά έφερνε με χαρά έναν καινούριο φρέσκο χρόνο με υποσχέσεις για νέες περιπέτειες. Τώρα, πλέον, η πρωτοχρονιά δεν έρχεται με τη χαρά του καινούριου, αλλά με τη θλίψη του χρόνου που πέρασε και προστέθηκε στις τέσσερις και κάτι δεκαετίες μου.
Στο ξεκίνημα αυτής της χρονιάς κάτι τέτοια καταθλιπτικά σκεφτόμουν και μου ήρθε μία αναλαμπή. Θυμήθηκα ξαφνικά ένα αριστουργηματικό διήγημα του Εμμανουήλ Ροΐδη που διάβασα όταν ήμουν μικρός και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.
Το βρήκα, το ξαναδιάβασα και ένιωσα τη χαρά και την ικανοποίηση που νιώθεις όταν συναντάς πολυαγαπημένο φίλο που έχεις να δεις χρόνια.
Ο τίτλος του είναι «Τα εφήμερα» και μιλάει για αυτό το εντομάκι που γεννιέται το πρωί και πεθαίνει με τη δύση του ήλιου. Το σύνολο της ζωής του είναι αυτές οι λίγες ώρες που τις ζει ευτυχισμένα γιατί η μόνη έγνοια του είναι να βρει το έτερον ήμισυ, να κάνει έρωτα και να πεθάνει από ηδονή. Δε χάνει το χρόνο του ψάχνοντας για τροφή γιατί του είναι άχρηστη. Επίσης δεν προλαβαίνει να αρρωστήσει ποτέ.
Ένα από τα ωραιότερα σημεία είναι ο φανταστικός διάλογος ανάμεσα σε ένα ηλικιωμένο εφήμερο? τριών ωρών και έναν πιτσιρικά λίγων λεπτών. Το αντιγράφω ατόφιο και επανέρχομαι.
M? εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ? άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον.
― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω.
― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ? έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν? αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.
Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν·είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ? αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ? αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός.
Kατ? εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν? απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν? ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας.
Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ? αρκετά σ? εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ? εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ? αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε.
Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ? ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.
Ο Ροΐδης συνεχίζει το διήγημα γράφοντας με πλήρη περιφρόνηση για τη ματαιοδοξία τού ανθρώπου όχι μόνο να επιμηκύνει τη βιολογική του ζωή, αλλά και την παράνοια να επεκτείνει τη φήμη του τα επόμενα χρόνια που θα είναι νεκρός, μέσα από έργα, ιδέες, περιουσία και παιδιά.
Ο Ροΐδης κατάφερε να επαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη μου και με οδήγησε σε αποφάσεις για την καινούρια χρονιά.
Το θλιβερό δεν είναι ο χρόνος που περνάει αλλά η σπατάλη του χρόνου που απομένει, όσος κι αν είναι αυτός.
Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να λέω περισσότερα «όχι» σε ανθρώπους που δεν εκτιμώ και δεν επιθυμώ την παρέα τους. Αποφάσισα να λέω περισσότερα «ναι» στις επιθυμίες μου. Αποφάσισα να μην έχω ενοχές όταν «ξοδεύω» χρόνο για κάτι που όλοι θεωρούν άσκοπο, αλλά εγώ χρήσιμο για εμένα. Αποφάσισα να μην υπολογίζω το χρόνο που πέρασε και να χαίρομαι σε «πραγματικό χρόνο».
Τις αποφάσεις τις πήρα και είναι οριστικές. Στην υλοποίηση πάσχω πάντα, αλλά ο χρόνος θα δείξει.
Άντε και του χρόνου.
Περικλής Πηλείδης
Σύμβουλος αορίστου χρόνου