Την Κυριακή 1 - 1 - 2012 στις 11 το πρωί στο - Ακ Μπουνάρ Αιγινίου ?στην πλατεία του Πολιτιστικού Κέντρου θα αναβιώσει το έθιμο της Kαμήλας.
Χορός τραγούδι Κρασί Λουκάνικο και για τα παιδιά θα υπάρχει το τρενάκι για βόλτα.
Οι ρίζες του εθίμου της καμήλας χάνονται στο βάθος του χρόνου
Για το έθιμο οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι κυρίως προφορικές και οφείλονται σε μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους.
Ο Ιωάννης. Πραντσίδης στη διδακτορική διατριβή του αναφέρει πως στο Ακ Μπουρνάρ της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Inzovo Βουλγαρίας) το έθιμο της Kαμήλας τελούνταν αποκλειστικά από άντρες, που επιλέγονταν προσεκτικά με κριτήριο, όχι μόνο την καλή γνώση του εθίμου και των στιχομυθιών που επαναλαμβάνονταν, αλλά και την ευχέρεια τους στο λόγο, τους αστεϊσμούς, καθώς και την άνεσή τους μπροστά στο κοινό τους, μια και θα ξεστόμιζαν φράσεις με άσεμνο περιεχόμενο.
Τα πρόσωπα του εθίμου ήταν ο Ντιβιτζής, δηλαδή ο καμηλιέρης με την καμήλα του, μια δεύτερη καμήλα που κυκλοφορούσε ελεύθερη, οι δυο παππούκες και οι οργανοπαίχτες (με γκάιντα και νταούλι).
Τα ομοιώματα της καμήλας ήταν κατασκευασμένα από ξύλα, επενδυμένα με υφαντές κουρελούδες, ενώ ο λαιμός και το σαγόνι, χάριν της αληθοφάνειας επενδύονταν με προβιές. Το σαγόνι της κατασκευής αυτής ήταν δεμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανοιγοκλείνει με ευκολία, ενώ γύρω από το σώμα της κρεμούσαν κουδούνια.
Την καμήλα κουβαλούσε ένας άντρας στην πλάτη του, με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβεται κάτω από την καμπούρα της και να φαίνονται μόνο τα πόδια του.
Ο Ντιβιτζής φορούσε ανάποδα ένα μακρύ παλτό επενδυμένο με προβιά (την κουζιούφκα), ένα ψηλό κωνοειδές καπέλο ντυμένο με ύφασμα ή δέρμα, το καούκι, τσαρούχια και από πάνω μπιάλια (:άσπρες γκέτες) ενώ μαύριζε το πρόσωπό του με καπνιά.
Στη μέση του έδενε μια μεταλλική βέργα με γάντζο (τον άλσο), που όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας χρησιμοποιούσαν πάνω από το τζάκι για να κρεμάνε τα μπακιρένια σκεύη, και κρατούσε στα χέρια ένα ξύλινο σπαθί και το τοπούζι, ένα κοντό ρόπαλο σε σχήμα φαλλού.
Ο παππούκας φορούσε παλιά ρούχα και ένα δερμάτινο προσωπείο με γένια και κέρατα, ενώ κρατούσε στο χέρι και μία λεπτή βέργα.
Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι άντρες επισκέπτονταν τον Ντιβιτζή για να τον προσκαλέσουν στο έθιμο. Εκείνος αρχικά, προσποιούνταν πως δεν θέλει και τους ανάγκαζε να τον παρακαλούν, μέχρι να του υποσχεθούν κάποιο δώρο. Αφού τον έπειθαν, ξεκινούσαν όλοι μαζί για το σπίτι του παπά, το πρώτο σπίτι που έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο να επισκεφθούν. Ακολουθούσε επίσκεψη σε όλα τα σπίτια του χωριού ως το πρωί. Σε κάθε πόρτα που έφταναν ο Ντιβιτζής ρωτούσε το νοικοκύρη αν ήθελε να του χορέψει η Καμήλα. Αν ο τελευταίος δεχόταν, ακολουθούσαν διάφορα αστεία που ολοκληρώνονταν με το συμβολικό θάνατο και την ανάσταση της Καμήλας.
Αφιντικό να χουρέψη η καμήουα; Η τόπους είνι ιρός; ντιμέκ είνι βαρά η καμήουα να μην πατώσ(ει). Ιντάξ(ει) ιρός είνι, λέει τ? αφεντικό. Χιρνά η γκάιντα να ουαλεί, πιάν(ει) αυτός ?ν καμήουα, ?ν παένει κι φιουά του χερ(ι) τ? αφεντικού, σ? αφεντικίνας, ύστιρα χιρνά να χουρεύ(ει). Χουρεύ(ει) ως καπ, α σουρήξ(ει) νιάφρα η γκάιντα ξιέρν(ει) η καμήουα. Πεφτν οι παπούκες πχακών ?ν καμήουα να τ? σφαξν να μην πάει τζιάμπα. [?] Ιρνά κατ? αφιντικό τουν φτα, δεν ντρέπισι να μη πεις ψέμματα, η τόπους δεν ήταν ιρός και ξέορι του χαϊβάν(ι). [?] Παέν(ει) ως καπ ιρνά, κοίταξι λέει, του χαϊβάν(ι) ψόφσι που ψόφσι να βρούμι κάνα φάρμακο να του δώσουμι, να ιδούμι δα να πιράσ(ει); Λέει, τίπτας αν εχς κρασί να του δώσουμι? [?] Τ? δίν(ει) ?ν καμήουα, να πιη κι άθραπους ουπχάτ, πάλι δεν ένιτι δλεια, η καμήουα δεν ταράζιτι, να ιδούμε κάνα ξούρ(ι) θα ?χει. [?] Τηράει, λέει, ε αφιντικό κοίταξ(ει) η δλεια που είνι, δα ξιίρι του πέταουτς μη του νύχ(ι) μαζί, αν έχς κάνα πέταου που να γράφ(ει) 20, 50 λέφια να ?ν καλιγώσουμι, θα σκουθεί.
Μετά το φιλοδώρημα της καμήλας ακολουθούσαν ευχές και ένα ξόρκι στα τουρκοελληνικά για καλή σοδειά και γονιμότητα με την ακόλουθη κατάληξη: «σικινίντα μπιρικέτ(ι) σικινίντα κουβέτ(ι)», δηλαδή «καλή δύναμη και σοδειά στο φαλλό μας».
Η σκηνή τελείωνε με χορό, που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατριβή, αλλά και το πληροφοριακό υλικό που συγκεντρώσαμε μέσα από συνεντεύξεις για την περιοχή, ήταν συγκεκριμένος και ονομαζόταν ?καμηλίτικος? (ζωναράδικος χορός). Στο χορό αυτό οι πρωταγωνιστές είχαν συγκεκριμένες θέσεις και χόρευαν μπρος- πίσω, δίχως να μετακινούνται προς τα δεξιά. Έπειτα ξεκινούσαν για το επόμενο νοικοκυριό. Το δρώμενο συνεχιζόταν ως τα ξημερώματα, μέχρι να περάσουν από ολόκληρο το χωριό και να συναντηθούν με την ομάδα που τελείωνε εκείνη την ώρα τα ?τραγούδια? της παραμονής.