
Χρόνια Πολλά... Καλή Χρονιά!!!
Υπάρχει ένα όχι πολύ γνωστό φιλολογικό σημείωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο υπό μορφή πρωτοχρονιάτικου άρθρου δημοσιεύθηκε πριν από 115 χρόνια στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις».
Έχει τον τίτλο «Οιωνός»,
τίτλος ο οποίος σχετίζεται με την περίφημο ομηρικό στίχο ?αποφθεγματική ρήσι/ομολογία φιλοπατρίας- (στο Μ 243) της Ιλιάδος: ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ (= Ένα είναι το καλύτερο σημάδι, ο καλύτερος οιωνός: το να πολεμάει κανείς υπερασπιζόμενος την πατρίδα του).
Σε αυτό το πρωτότυπο (και απίστευτα επίκαιρο) δημοσίευμα, ο άγιος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ενώ ξεκινά με μια διάθεσι φιλολογική (στην εισαγωγή του κάνει τρείς κειμενικές αναφορές σε αντίστοιχους κλασσικούς συγγραφείς, Όμηρο, Κικέρωνα και Πλάτωνα), συνεχίζει με μια σύντομη διήγησι, την οποία χρησιμοποιεί ως παράδειγμα (λίαν τολμηρό και στην σύλληψι καί στην διατύπωσι ?ειδικά στο β? μέρος του- όπως ίσως καταφέρουμε να καταδείξουμε σε προσεχή αναφορά μας) για το άστοχο της αναζήτησης «οιωνών, καλών δηλ. σημαδιών και ευνοϊκών προβλέψεων.
«Οι μόνοι αληθείς οιωνοί είναι τα πράγματα» επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης και κλείνει το άρθρο του με μια σύντομη αναφορά στα εν εθνικά ζητήματα.
Σ? αυτό το κομμάτι (που αναδεικνύει το όλο δημοσίευμα σε μαρτυρία μνημειώδους για τον μέγα Σκιαθίτη συγγραφέα πολιτικής τόλμης) με μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων και κατάλληλων κριτικών τοποθετήσεων σε γλώσσα που σφύζει από το πάθος της φιλοπατρίας, αποδεικνύει πως «το αμύνεσθαι περι πάτρης» δεν συγκινεί την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας.
Αντίθετα, για την πνευματική και κοινωνική παρακμή, τον ηθικό εκφυλισμό, την πολιτική φαυλότητα ακόμα και αυτήν την οικονομική καταστροφή με την συντελεσθείσα (και ακόμα πρόσφατη τότε) χρεοκοπία της ορφανεμένης από φιλοπάτριδες ηγέτες χώρας μας, καταδεικνύει ως υπεύθυνους τους άστοργους (σαν ?τις μητριές! -όπως λέει) πολιτικούς.
«Ο?ωνός» Παπαδιαμάντης ?λέξανδρος
T? ?κήρυξεν ? θε?ος ?μηρος πρ? ?τ?ν τρισχιλίων: Ε?ς ο?ων?ς ?ριστος !...
Ε?ρεν ε?καιρίαν ν? βάλ? ε?ς τ? στόμα το? ?κτορος ?λην τ?ν ?ηδίαν, ?σην το? ?νέπνεον κατ? βάθος ο?ωνο? κα? ο?ωνοσκόποι, καίτοι, λόγ? το? ?πικο? ?ξιώματος, ?το ?ναγκασμένος, ? θεσπέσιος, ν? περιγράφ? μετ? μεγάλης σοβαρότητος ?λας τ?ς τελετ?ς κα? τ?ς ?σκήσεις τ?ν θυσι?ν, κα? τ?ν ο?ων?ν, κα? τ?ν μαντευμάτων.
Κα? ? Κάτων, ? ?καμπτος Ρωμα?ος, ε?πε, χίλια ?τη ?στερον: Si augur augurem...
Δηλαδή, ??ν ο?ωνοσκόπος συναντήσ? ο?ωνοσκόπον, δ?ν ?μπορε? ν? κράτησ? τ? γέλια...
Ο? μόνοι ?ληθε?ς ο?ωνο? ε?ναι τ? πράγματα. Πλήν, ?ν ?πάρχωσιν ?λλοι συμβολικοί, ?ναέριοι ? ?πίγειοι ο?ωνοί, ?ρχονται ?πικουρικ?ς μόνον, δι? ν' ?νοίξουν τ? ?μματα τ?ν τυφλ?ν, ?σοι δ?ν βλέπουν τ? πράγματα.
?φο? α?τήσω συγγνώμην ?π? τ?ν ?ναγνώστην δι? τ? βάναυσον κα? ?χι πολ? κόσμιον ?σως το? συμβόλου ?ντα?θα, θ? διηγηθ? ?να ο?ωνόν.
?να καιρόν, δύο νέοι, ?κ τ?ν ?ποίων ? ε?ς μο? ?τύγχανε, δι? ν? ε?πω κατ? Πλάτωνα, ?γγύτατα γένους ?ν κα? ?ν τ? α?τ? ο?κ?ν, ?καμναν τ?ν ?ρωτα ε?ς μίαν νέαν, ?τις δ?ν ε?χεν ε?δησιν το? πράγματος. Διότι ε?χεν ?σως τόσους λατρευτάς, ?σας χιλιάδας προ?κα. Δ?ν ε?χε καιρ?ν ? ?δία, μ? τ?ς ?βρ?ς κα? τρυφερ?ς χε?ράς της, κα? μ? το?ς μεγάλους τακερο?ς ?φθαλμούς της, ν? μετρήσ? ο?τε τ?ν σωρ?ν τ?ς μι?ς ο?τε τ?ν ?γελην τ?ν ?λλων.
?σως ο? δύο, περ? ?ν ? λόγος, δ?ν ?σαν τόσον ?γι?ς προικοθ?ραι, ?σον νοσηρ?ς α?σθηματικοί. ? κόρη ?το χαριεστάτη. Μετε?χε καλ?ν α?σθημάτων κα? δ?ν ?το ?μοιρος καλ?ς ?γωγ?ς. ?ξαιρέσει τ?ς ο?ήσεως κα? το? ?ξιππασμο? τ?ν νεοπλούτων, κατ? τ? ?λλα ?το ?μεμπτος. ?διάφορον ?μως.
?ν δειλινόν, ? μίαν ?σπέραν, δ?ν ?νθυμο?μαι καλά, φθινοπώρου ?ρχομένου, ο? δύο νέοι ?κάθηντο ?παίθριοι, χωριστ? ? καθείς, ?ξωθεν ζυθοπωλείου, κα? ?κοίταζαν ?ντικρ? τ?ν ?ξώστην της. ?περίμεναν πότε ν? φαν?. ?λπιζον ν? πέση ?π' α?το?ς ? ματιά της ? ποθεινή.
Τ? ?λάχιστον τυχα?ον βλέμμα της ?σαν ?κανο? ν? τ? ?κλάβουν ?ς σκόπιμον κα? σημαντικόν, κα? πλάττον ε?τυχίαν δι? α?τούς. Μωρότεροι το? Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ?χι ε?ς τ? φε?γον ρε?μα το? ρύακος, ?λλ' ε?ς τ? ?εικίνητον βλέμμα τ?ς κόρης.
? κόρη ?ξ?λθεν. ?κοίταξεν ?δ?, ?κοίταξεν ?κε?, ?σαξε τ? μαλλιά της, ?ρριψε βλέμμα ε?ς το?ς δύο νέους, το?ς ?φ?κε ν? τ?ν κοιτάζουν κα? ν? χάσκουν, κα? προσήλωσε τ? ?μμα ε?ς ?ν ?όριστον ?ψηλ?ν σημε?ον τ?ς πόλεως ? το? ?ρίζοντος, ε?ς ?ν κωδωνοστάσιον ? ?ν νέφος. Πο? ?λλο?;
?ντοσούτ? ?κε?νοι τ?ν ?θώπευον, τ?ν ?τρωγον, τ?ν ?λειχον, τ?ν ?πιπίλιζον, ?νετρύφων μ? τ? βλέμμα, κα? ?σαν ο?κτρ?ς ε?τυχε?ς.
?σον κα? ο? ?γκλειστοι τ?ν ?γιειν?ν ο?κων.
Τέλος ? ε?ς ?πέσπασε τ? ?μμα.
?σως το? ?λθεν ?μυδρ? ? συναίσθησις το? κωμικο?.
Τ? βλέμμα του ?πεσε χαμαί, ε?ς τ?ν γ?ν. Τ?ν στιγμ?ν ?κείνην ?π?ρχεν ?κε?, ?π? τ?ν ?ξώστην, μία μεγάλη, λευκή, ?περήφανος σκύλα. ?ραία σκύλα, γένους ?κλεκτο?.
? σκύλα ?χαμήλωνε κάτω τ?ν κεφαλ?ν κα? ?ψαχνε κα? ?ζήτει τροφήν.
?πισθεν τ?ς ο?ρ?ς της ?σταντο δύο μικρά, ο?κτρ? κυνάρια. Τ? δύο κυνάρια ?μάχοντο μεταξ? των, ?γρυζον, ?τριζον το?ς ?δόντας, κα? ?ζήτουν, πότε τ? ?ν, πότε τ? ?λλο (κα? πάλιν α?τ? συγγνώμην), ν? ?πιβ?σι τ?ς σκύλας.
?λλ? δ?ν ?φθαναν.
Τ? ν?τα τ?ς σκύλας ?σαν πολ? ?ψηλά.
Θ? το?ς ?χρειάζετο σκαλωσι? δι? ν' ?ναβ?σιν.
? μεγάλη, ε?μορφη σκύλα, ο?τε ?γύριζε ν? τ? ?δ?, τ? δύο κυνάρια. ?κυπτε χαμαί, ?ξηκολούθει ν? ψάχν?, κα? δ?ν ?νωχλε?το ποσ?ς ?π? τ?ς παιδι?ς ο?τε ?π? τ?ς ?πιχειρήσεις των.
Ο?τε τ? ?νεθάρρυνε, ο?τε τ? ?πεθάρρυνε. Προφαν?ς, ε?χε πεποίθησιν ε?ς τ? ?ψηλ? ν?τα της.
Τ? δύο κυνάρια ?ξηκολούθουν ν? μάχωνται, ν? γρύζουν κα? ν? δαγκάνονται, ?ωσότου, τ?ν ?δίαν στιγμ?ν ?φθασε μέγας, μα?ρος σκύλος.
? μα?ρος σκύλος ?γαύγισε μεγαλοπρεπ?ς, ?δειξε το?ς ?δόντας, ?φυγάδευσε τ? δύο κυνάρια, κα? ?μεινε κύριος το? πεδίου, ?κρέμασε τ?ν γλ?σσαν, ?ργίασεν, ?γαύγισε... κα? γαυγίζει ?κόμη.
Τ? σύμβολον ?το ε?γλωττον. ? ο?ων?ς ?μίλει ?φ' ?αυτο?.
? νέος ? ε?ς, «? ?γγύτατα κα? ?ν τ? α?τ? ο?κ?ν», τ? ?νόησεν, ?φυγε, κα? ?κόμη φεύγει, διότι δ?ν ?το ?καν?ς ν? τ? βγάλ? πέρα μ? τ?ν μα?ρον σκύλον. ? ?λλος δ?ν ?βράδυνε ν? τ?ν ?κολούθησ?.
?λλ? τί ?χρειάζετο ? ο?ωνός;
Μήπως δ?ν ?σαν τ? πράγματα; Μήπως δ?ν ?το ? δυσαναλογία το? πλούτου κα? τ?ς κοινωνικ?ς θέσεως, κα? τ? ?ψος τ?ν νώτων;
?μοίως, κα? παντο? ?λλο?.
Τί χρειάζεται ? ο?ωνός;
Μήπως δ?ν ε?ναι τ? πράγματα;
Ε?ς ο?ων?ς ?ριστος. ?λλ? τίς ?βαλεν ε?ς πρ?ξιν τ?ν συμβουλ?ν το? θειοτάτου ?ρχαίου ποιητο?; ?κ τ?ς παρούσης ?μ?ν γενε?ς τ?ς ?μύνθη περ? πάτρης;
?μύνθησαν περ? πάτρης ο? ?στοργοι πολιτικοί, ο? ?κ περιτροπ?ς μητρυιο? το? ταλαιπώρου ?ρφανισμένου Γένους, το? «στειρεύοντος πρ?ν κα? ?τεκνωμένου δειν?ς σήμερον»;
?μυνα περ? πάτρης δ?ν ε?ναι α? σπασμωδικαί, κακομελέτητοι κα? κακοσύντακτοι ?πιστρατε?αι, ο?δ? τ? σκωριασμένης ?πιδεικτικότητος θωρηκτά. ?μυνα περ? πάτρης θ? ?το ? ε?συνείδητος λειτουργία τ?ν θεσμ?ν, ? ?θνικ? ?γωγή, ? χρηστ? διοίκησις, ? καταπολέμησις το? ξένου ?λισμο? κα? το? πιθηκισμο?, το? διαφθείραντος τ? φρόνημα κα? ?κφυλίσαντος σήμερον τ? ?θνος, κα? ? πρόληψις τ?ς χρεοκοπίας.
Τίς ?μύνθη περ? πάτρης;
Κα? τί πταίει ? γλα?ξ, ? θρηνο?σα ?π? ?ρειπίων; Πταίουν ο? πλάσαντες τ? ?ρείπια. Κα? τ? ?ρείπια τ? ?πλασαν ο? ?νίκανοι κυβερν?ται τ?ς ?λλάδος.
Κα? σήμερον, νέον ?τος ?ρχεται. Κα? πάλιν τί χρειάζονται ο? ο?ωνοί;
Ο?ωνο? ε?ναι τ? πράγματα.
Μόνον ? λα?ς λέγει: «Κάθε πέρσι καλύτερα».
?ς ε?χηθ?μεν τ? ?ρχόμενον ?τος ν? μ? ε?ναι χειρότερον ?π? τ? ?τος τ? φε?γον.
Πηγή: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τίτλο «Οιωνός» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις την 01 Ιανουαρίου 1896.
Το κείμενό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τίτλο «Οιωνός» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις την 01 Ιανουαρίου 1896 είναι ένα κείμενο που συνδυάζει την αξίωση για ευσυνείδητη λειτουργία των θεσμών, με την πρόληψη της χρεοκοπίας σε ένα άλλο. Πόσο αληθινά είναι το λόγια του μεγάλου λογοτέχνη μας ακόμη και σήμερα!