Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 2012 θα αποτελέσει κομβική χρονιά. Κυρίως διότι θα είναι η χρονιά που θα πρέπει να αποφασίσουμε εάν θέλουμε να παλέψουμε ως χώρα, ως πολίτες, ως επιχειρηματίες και ως εργαζόμενοι να παραμείνουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια,
με τις θυσίες που αντιστοιχούν στην επιλογή αυτή, ή όχι.
Η επιλογή πριν λίγους μήνες ήταν δεδομένη, σήμερα όμως δεν είναι. Οι φωνές που θέλουν τους Έλληνες να μην αντέχουν τη σκληρή λιτότητα και να επιλέγουν τελικά την έξοδο από την ευρωζώνη, πληθαίνουν επικίνδυνα. Και δυναμιτίζουν τις όποιες προσπάθειες ανάκαμψης της χώρας μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων, αφού οι υποψήφιοι επενδυτές γίνονται διαρκώς και πιο ανήσυχοι για τις συνθήκες που θα επικρατούν στη χώρα τους επόμενους μήνες. Οι ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση αφορούν όλους. Τόσο το ελληνικό κράτος, το οποίο άγεται και φέρεται από τις απαιτήσεις των δανειστών του, χωρίς να εγείρει αξιόπιστο αντίλογο και χωρίς να υλοποιεί αποφάσεις που έχει ήδη υπογράψει, όσο και κάποιους συμπολίτες μας, κατά κύριο λόγο συνδικαλιστές, που δεν εννοούν να καταλάβουν ότι οι εποχές των παχιών αγελάδων έχουν περάσει δίχως επιστροφή και ότι ο μόνος τρόπος ανάκαμψης είναι η σκληρή, ουσιαστική και στοχευμένη παραγωγικότητα και όχι οι διαρκείς απεργίες και οι παρωχημένες απαιτήσεις διατήρησης προνομίων. Ευχή όλων είναι ο νέος χρόνος να βοηθήσει τις πλευρές αυτές να συνειδητοποιήσουν το που βρισκόμαστε και να αλλάξουν τακτική.
Για την αγορά της επικοινωνίας, το 2011 δεν έκλεισε καθόλου καλά. Διαφημιστικές εταιρείες κήρυξαν πτώχευση, τηλεοπτικά κανάλια οδηγήθηκαν σε αναστολή λειτουργίας, σημαντικοί διαφημιζόμενοι στράφηκαν στο άρθρο 99. Το χειρότερο είναι ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι στον ορίζοντα που να δίνει την αίσθηση ότι το κακό θα σταματήσει και δεν θα επεκταθεί. Αντίθετα, η ενεργοποίηση του φαινομένου ντόμινο λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τη διαφημιστική αγορά και όχι μόνο. Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι εξελίξεις θα δούμε τους προσεχείς μήνες. Εκείνο που έχουμε να κάνουμε είναι να προετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα και να προσδοκούμε τα καλύτερα. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει μόνο με ευχές, αλλά με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: Να αλλάξουμε νοοτροπία, να αποφασίσουμε να δουλέψουμε ορθολογικά, να αφήσουμε πίσω τη λογική του εύκολου κέρδους, να επενδύσουμε στην καινοτομία, στη δημιουργικότητα, στο ανθρώπινο δυναμικό. Διότι οι εταιρείες είναι οι άνθρωποί τους και μόνο αυτοί.
Όλα αυτά όμως δεν θα έχουν αποτέλεσμα εάν προς την κατεύθυνση αυτή δεν κινηθεί και το ελληνικό κράτος, από το οποίο δυστυχώς εξαρτώνται όλα. Και τι πρέπει να κάνει; Να σταματήσει τα κομματικά παιχνίδια και να καθίσει να δουλέψει σκληρά και ορθολογικά. Να σταματήσει να λειτουργεί επίσης, υπό την προσδοκία των εκλογών, οι οποίες είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτήν τη στιγμή δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Το βασικότερο όμως είναι να πάψει να στηρίζει την πολιτική του μόνο στη φορολογία και στις μειώσεις μισθών και συντάξεων -κινήσεις που εντείνουν το πρόβλημα, παρά το αντιμετωπίζουν- και να στραφεί στον ένα και μοναδικό τρόπο να έρθει η ανάκαμψη. Κι ο τρόπος αυτός είναι η ανάπτυξη. Μια έννοια που στη χώρα μας τείνει να γίνει ανέκδοτο. Θα πρέπει λοιπόν να κοιτάξει να αξιοποιήσει τα κοινοτικά κονδύλια του ΕΣΠΑ, να επιστρέψει τον Φ.Π.Α. στις επιχειρήσεις που χρωστάει, να μειώσει φορολογικούς συντελεστές σε νευραλγικούς κλάδους της οικονομίας (π.χ. εστίαση, τουρισμός), να διαμορφώσει ένα ρεαλιστικό και σταθερό φορολογικό σύστημα, να σταθεροποιήσει το επενδυτικό περιβάλλον, να «ξεκλειδώσει» τα δημόσια έργα, τα οποία δημιουργούν ανάπτυξη, να ενισχύσει το τραπεζικό σύστημα προτρέποντας με κίνητρα τις τράπεζες να διοχετεύσουν ρευστό στην πραγματική οικονομία.
Μόνο έτσι, θα μπορέσει τούτη η χώρα να σταθεί ξανά στα πόδια της, να πάρει μπρος η οικονομία της και να παράξει πλούτο, τον οποίο να διοχετεύσει στους πολίτες της. Και μόνο έτσι θα μπορέσει να αρχίσει να ξεπληρώνει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών. Αν γίνουν όλα αυτά, το 2012 δεν θα αποτελέσει το τέλος, αλλά μια νέα αρχή για όλους μας. Το ευχόμαστε και το ελπίζουμε.
πηγή: Marketing Week