Στο φαγητό τα πάντα κρίνονται από το άρωμα, το χρώμα και τη γεύση της τροφής. Τα μπαχαρικά αιχμαλωτίζουν την προτίμησή μας, χαρίζοντας το καθένα και τη δική του γευστική νότα στα πιάτα. Πρόσφατα, εντοπίσαμε τις αξιόλογες αντιοξειδωτικές ιδιότητες τους, οι οποίες δικαιώνουν απόλυτα τη χρήση της φράσης
«το τερπνόν μετά του ωφελίμου» όταν αναφερόμαστε σε αυτά. Αυτές οι ιδιότητες δεν λειτουργούν με τρόπο ζημιογόνο ακόμη και όταν το μπαχαρικό καταναλώνεται σε λίγο μεγαλύτερες ποσότητες, γεγονός που δεν συμβαίνει με άλλα προσθετικά των τροφών, όπως το αλάτι, η ζάχαρη, το βούτυρο...
Οι εμπειρίες μας αποκτήθηκαν αρκετές χιλιετίες προ Χριστού. Τότε τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή φαρμάκων, ελαίων για θρησκευτικές τελετουργίες και ως αφροδισιακά. Σήμερα προστίθενται σε βιομηχανοποιημένα ηδύποτα και φαγητά. Πρόσφατα και ως συμπληρώματα διατροφής που μπορούν να βοηθήσουν στη φροντίδα της υγείας μας (αρκεί να χρησιμοποιούνται με σύνεση) στην αποξηραμένη μορφή τους.
ΠΙΠΕΡΙ: Το μαύρο, το λευκό και το πράσινο προέρχονται παραδοσιακά από το piper nigrum. Η πλέον βιομηχανοποιημένη και δημοφιλής μορφή του έχει μαύρο χρώμα και ιδιάζουσα καυτερή γεύση, που διατηρείται ακόμα και έπειτα από μακροχρόνια αποθήκευση. Αυτό ακριβώς το προσόν το καθιέρωσε ως το πλέον διαδεδομένο μπαχαρικό στον κόσμο. Το φυτό παράγει πράσινους κόκκους που κατά την ξήρανση γίνονται κοκκινωποί και ακολούθως μαύροι. Το λευκό πιπέρι παράγεται από τους ίδιους τους καρπούς, από τους οποίους έχει αφαιρεθεί το εξωτερικό περίβλημα του περικαρπίου. Το λευκό έχει ηπιότερη γεύση. Αλλα πιπέρια με καυτερή γεύση (τα οποία, όμως, δεν προέρχονται από το piper nigrum) είναι το καγιέν, η πάπρικα, το τσίλι και αρκετά ακόμη.
Η καυτερή πιπεριά καγιέν (capsicum annuum) από τη Λατινική Αμερική είναι γνωστή στις κουζίνες του κόσμου ως κόκκινη πιπεριά ή τσίλι. Ο ζωηρόχρωμος κόκκινος καρπός του φυτού περιέχει πολλές αντιοξειδωτικές ουσίες και χαρακτηρίζεται για την υψηλή περιεκτικότητά του σε καψαϊκίνη. Αυτή ερεθίζει τη γεύση, αλλά μάλλον δεν συνοδεύεται από άλλες ευεργετικές δράσεις όταν καταναλώνεται με την τροφή. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε ανεπιτυχώς για την ανακούφιση γαστρεντερικών ενοχλημάτων καθώς τα επιστημονικά στοιχεία δεν είναι αρκετά για να ενθαρρύνουν τη λήψη της από το στόμα. Αντίθετα, η καψαϊκίνη θεωρείται αποτελεσματικό τοπικό αναλγητικό για τους «ρευματικούς» πόνους και κυκλοφορεί ευρέως ως κρέμα για εντριβές.
ΚΑΝΕΛΑ: Προέρχεται από την επεξεργασία του φλοιού του κανελόδεντρου και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μπαχαρικά. Η cinnamomum cassia απαντάται στη μαγειρική αλλά και στην παραδοσιακή ιατρική. Σήμερα λόγω γεύσης, αρώματος και χρώματος χρησιμοποιείται ευρύτατα σε τροφές, λικέρ, αρώματα και φάρμακα. Πρόσφατα, αναβαθμίστηκε η χρήση της επειδή πολλές δοκιμές έδειξαν ότι κάποια συστατικά της βοηθούν τα κύτταρα να αντιδρούν καλύτερα στην ινσουλίνη, γεγονός σημαντικό για παχύσαρκους διαβητικούς «τύπου 2».
Δεν συνιστάται η χρήση της για τη θεραπεία του διαβήτη και της παχυσαρκίας, αν και (ανεπιτυχώς) λαμβάνεται για την ανακούφιση πεπτικών διαταραχών. Η ποικιλία που χρησιμοποιείται συνηθέστερα στη Φαρμακευτική είναι η κανέλα της Κεϊλάνης, η οποία έχει και τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια.
ΤΖΙΝΤΖΕΡ: Το zingiber officinale είναι αρωματικό μπαχαρικό από την Ασία και δεν παρουσιάζει συγγενική δράση με το τζίνγκο (ginkgo biloba) ούτε με το τζίνσενγκ (panax ginseng) και το παραπλήσιο panax quinquefolium ή το eleutherococcus senticosus.
Το τζίντζερ που αγοράζουμε είναι το κοτσάνι του φυτού, που βρίσκεται στο υπέδαφος. Το κοτσάνι, αν κοπεί επιδέξια, λόγω των παραφυάδων του προσλαμβάνει το σχήμα ανθρώπινου σώματος. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι που παρέπεμψε στη δοξασία ότι το τζίντζερ είναι ικανό να βοηθήσει τον άνθρωπο, εξ ου και χρησιμοποιείται ευρύτατα αν και είναι αποτελεσματικό μόνο στην αντιμετώπιση της ναυτίας κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Θεωρείται γενικά ακίνδυνο, αλλά οι μεγάλες δόσεις και η μακρόχρονη λήψη του οδηγούν σε κοιλιακή δυσφορία.
Επίσης, δεν συνιστάται η χρήση του κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας για τη μείωση της προκαλούμενης από αυτήν ναυτίας.